λογοτέχνης


λογοτέχνης
[логотэхнис] ουσ. а. литератор.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λογοτέχνης" в других словарях:

  • λογοτέχνης — ο, θηλ. λογοτέχνις και ιδα (Μ λογοτέχνης) νεοελλ. αυτός που καλλιεργεί τον έντεχνο λόγο, ο συγγραφέας έργων με αισθητική αξία, πεζογράφος ή ποιητής μσν. αυτός που κοσμεί τους λόγους του με τέχνη, ρήτορας. [ΕΤΥΜΟΛ. < λόγος + τέχνης (< τέχνη) …   Dictionary of Greek

  • λογοτέχνης — ο, η αυτός που ασχολείται με τη συγγραφή λογοτεχνικών έργων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ρώτας, Βασίλης — Λογοτέχνης και μεταφραστής (1889 1977). Ο Ρ. σπούδασε φιλολογία και επιδόθηκε κατόπιν στο θέατρο. Κατά καιρούς έπαιξε ως ηθοποιός και δίδαξε στη Δραματική Σχολή της Αθήνας και στο Ωδείο του Πειραιά. Το 1930 ίδρυσε το Λαϊκό θέατρο στο Παγκράτι, το …   Dictionary of Greek

  • Σαμαρακης, Αντώνης — Λογοτέχνης (1919 ). Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε ως υπάλληλος στο υπουργείο Εργασίας ώς το 1963. Το έργο του είναι βασικά πεζογραφικό. Από τα βιβλία του, που έχουν εκδοθεί σε ξεχωριστούς τόμους, αναφέρουμε τα παρακάτω …   Dictionary of Greek

  • Σκαρίμπας, Γιάννης — Λογοτέχνης (Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας 1893 Χαλκίδα 1984). Τελείωσε το γυμνάσιο στην Πάτρα και από το 1915 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα όπου ασκούσε το επάγγελμα του εκτελωνιστή. Έργα του: Πεζογραφήματα, Καϋμοί στο Γριπονήσι (1930), Το θείο τραγί… …   Dictionary of Greek

  • Κόντογλου, Φώτης — (Αϊβαλί, Μικρά Ασία 1897 – Αθήνα 1965). Ζωγράφος και λογοτέχνης. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, τις οποίες όμως εγκατέλειψε για να σπουδάσει ζωγραφική στο Παρίσι, αφού πρώτα διέμεινε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στην… …   Dictionary of Greek

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • Βαλέτας, Γεώργιος — (Άργενος Λέσβου 1907 – 1989). Φιλόλογος και λογοτέχνης. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σταδιοδρόμησε αρχικά ως καθηγητής φιλόλογος σε σχολεία της μέσης εκπαίδευσης (1935 39) και, στη συνέχεια, ως επιμελητής του Οργανισμού …   Dictionary of Greek

  • Βαρελλά, Αγγελική — (Θεσσαλονίκη 1930 –). Αρχαιολόγος και λογοτέχνης. Σπούδασε αρχαιολογία στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σταδιοδρόμησε όμως ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία, κυρίως την παιδική …   Dictionary of Greek

  • Βλαχογιάννης, Γιάννης — (Ναύπακτος 1867 – Αθήνα 1945).Ιστοριοδίφης και λογοτέχνης. Από την κοινή ονομασία της γενέτειράς του (Έπαχτος), υιοθέτησε το φιλολογικό ψευδώνυμο Γιάννης Eπαχτίτης. Η μητέρα του είχε σουλιώτικη καταγωγή· η προμάμμη του, Λαμπρογκιώναινα, ανήκε σε… …   Dictionary of Greek